Το πένθος είναι η φυσιολογική αντίδραση στην επώδυνη εμπειρία της απώλειας. Όσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια τόσο μεγαλύτερη είναι και η ένταση του πένθους. Η πιο συχνή μορφή πένθους βιώνεται μετά τον θάνατο ή τον αποχωρισμό ενός αγαπημένου προσώπου ωστόσο και άλλες απώλειες μπορούν να είναι εξίσου οδυνηρές – η απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου, το διαζύγιο, η αρρώστια, η απώλεια εργασίας, η αποβολή, η συνταξιοδότηση, η απομάκρυνση των παιδιών από το πατρικό σπίτι καθώς και καθετί σημαντικό ή πολύτιμο που ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι χάνει από την καθημερινή του συνθήκη.
Όλοι οι άνθρωποι θα βιώσουμε σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια της ζωής μας, ο καθένας μας με έναν τρόπο μοναδικό. Ο τρόπος εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Η ένταση του πένθους καθορίζεται από τη χρονική στιγμή . Γνωρίζουμε, ως ενήλικες, πως ο θάνατος είναι συνυφασμένος με τη ζωή και έτσι πενθούμε προκαταβολικά για τον θάνατο των σημαντικών μας άλλων (γονείς/συγγενείς). Ο θάνατος όμως, ενός παιδιού δεν είναι μέρος της εξελικτικής διαδικασίας, συμβαίνει πριν την ώρα του και επηρεάζει πολύ περισσότερο τον πενθούντα. Οι προηγούμενες εμπειρίες μας, επίσης, συντελούν στον τρόπο που θα βιώσουμε μια απώλεια. Από την γέννηση μας ξεκινά η εμπειρία της απώλειας(ίσως και νωρίτερα) και κάθε απώλεια στη ζωή μας προσθέτει γνώση για την διαχείριση κάθε επόμενης. Όταν όμως δεν έχει γίνει επεξεργασία των προηγούμενων απωλειών, επιβαρύνονται και αυτές που ακολουθούν. Κάθε νέα απώλεια ανοίγει πληγές από τις προηγούμενες και πενθούμε για όλες ταυτόχρονα παρόλο που αυτό δεν είναι ιδιαίτερα συνειδητό. Το φύλο συνεχίζοντας, σύμφωνα με έρευνες διαφοροποιεί τον τρόπο που πενθεί ένας άνθρωπος. Οι γυναίκες βυθίζονται πιο γρήγορα στα συναισθήματα τους ενώ οι άντρες αναζητούν διεξόδους όπως η εργασία ή οι εξωτερικές δραστηριότητες. Αναντίρρητα, ο κάθε άνθρωπος βιώνει το πένθος με τον δικό του μοναδικό τρόπο και είναι μη ωφέλιμη κάποιου είδους γενίκευση. Ομοίως η ηλικία, παίζει καθοριστικό ρόλο για το πώς θα βιωθεί η απώλεια, καθώς σύμφωνα με έρευνες, η εφηβεία αποτελεί από τις πιο δύσκολες ηλικιακές περιόδους για να βιώσει κανείς πένθος. Αυτό συμβαίνει διότι ο έφηβος ήδη βιώνει μια μορφή πένθους αποχαιρετώντας την παιδική ηλικία και διαφοροποιώντας τον εαυτό του από τους γονείς. Όλες αυτές οι διεργασίες αποτελούν αλλαγές, και κάθε αλλαγή εμπεριέχει την απώλεια.
Ταυτόχρονα, το σύστημα πεποιθήσεων(πολιτισμικό υπόβαθρο) το οποίο διαμορφώνει την στάση μας στη ζωή, τα πιστεύω μας γύρω από το θάνατο(π.χ. τι συμβαίνει μετά το θάνατο κλπ.) και το νόημα που δίνει καθένας μας στις απώλειες, καθορίζει εξίσου και τον τρόπο διαχείρισης του πένθους. Προσθέτοντας, οι αλλαγές στην καθημερινότητα επηρεάζουν τον τρόπο που θα βιωθεί η απώλεια. Για παράδειγμα, αλλιώς βιώνει ένας σύζυγος τον θάνατο της επί 50 χρόνια συζύγου του και αλλιώς ένα παιδί ,τον θάνατο των γονιών του, που ζει σε άλλη πόλη. Φυσικά την ένταση του πένθους καθορίζει και το αν η απώλεια ήταν αναμενόμενη ή απρόσμενη καθώς και το πόσο περίπλοκη ήταν(π.χ. αυτοκτονία, τραγικό δυστύχημα). Επιπλέον, κάθε ένας από εμάς δημιουργεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ,ξεχωριστούς τρόπους προσαρμογής στις δυσκολίες, τις στρατηγικές αντιμετώπισης, οι οποίες είναι ξεχωριστές και μπορεί να περιλαμβάνουν πρακτικές όπως η προσευχή ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που έχει βιωθεί ως βοηθητική σε παρελθούσες δυσκολίες. Συμπληρωματικά, υφίστανται και απώλειες που η κοινωνία αμελεί να τιμήσει, όπως μια έκτρωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υποτιμημένου πένθους, το άτομο βιώνει μοναξιά και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την απώλεια μόνο του. Τέλος, στις περιπτώσεις που υπάρχουν συναισθήματα και σκέψεις που ο πενθών δεν είχε μοιραστεί με τον θανόντα, επομένως υπάρχουν ανεπίλυτες υποθέσεις, το άτομο βιώνει με μεγαλύτερη δυσκολία το πένθος και να συνεχίσει την ζωή του χωρίς ενοχές και θυμό.
Συχνά η περίοδος του πένθους συνοδεύεται από περίπλοκες ψυχοσωματικές αντιδράσεις, οι οποίες ενδέχεται να είναι έως και υπερβολικά επώδυνες αν και συνήθως τελικά θα ξεπεραστούν μέσα από το βίωμα και τη νοηματοδότησή του.
Σε σωματικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια του πένθους, μπορεί να αντιμετωπίζεις:
- Διαταραχές ύπνου
- Απώλεια ή αύξηση βάρους
- Χαμηλή ενέργεια και ζωτικότητα-αίσθημα κούρασης
- Πονοκεφάλους
- Πόνους στο στήθος
- Διαταραχές στο πεπτικό σύστημα
- Απώλεια μαλλιών κ.ά.
Σε συναισθηματικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια του πένθους, μπορεί να νιώθεις:
- Άρνηση-Μούδιασμα-Σοκ ,την αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, δεν συμβαίνει τίποτα απλά το φαντάζεσαι
- Θυμό, αίσθηση εγκατάλειψης και αδυναμίας, προσδοκία ότι ο άνθρωπος που έφυγε θα επιστρέψει
- Διαπραγμάτευση που προκαλεί τύψεις και ενοχές
- Έλλειψη προσοχής ή δυσκολία να θυμηθείς πράγματα που έκανες ή που συνέβησαν λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την απώλεια
- Συναίσθημα θυμού, απόγνωσης, οργής και αίσθηση αδικίας γι αυτό που βιώνεις
- Συναισθήματα μεγάλου κενού και μοναξιάς
- Ενοχές, ότι θα μπορούσες να είχες κάνει περισσότερα ή να είχες συμπεριφερθεί καλύτερα
Αναμφίβολα, στη σύγχρονη κοινωνία ο πόνος αποφεύγεται και πολλές φορές δαιμονοποιείται. Έτσι, συχνά χρησιμοποιούνται φράσεις για να μειώσουν τη σημασία και το βάρος της απώλειας όπως: «Ήταν μεγάλος ούτως ή άλλως» ή «Νέα είσαι, θα κάνεις και άλλο παιδί» ή παραινέσεις όπως «Η ζωή συνεχίζεται..» κ.ά. Τέτοιου είδους αντιμετώπιση σαφώς δεν είναι ωφέλιμη για τον άνθρωπο που πενθεί καθώς διαταράσσει την ομαλή εξέλιξη του πένθους. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα συναισθήματα παραμένουν φιμωμένα και φυλακισμένα στην ψυχή μας και δεν υποχωρούν με το πέρασμα του χρόνου. Το ιδανικό πλαίσιο για το άτομο που πενθεί είναι ένα περιβάλλον ,υποστηρικτικό, στο οποίο ο πενθών αισθάνεται ότι είναι εντάξει να εκφράσει ανοιχτά όλα του τα συναισθήματα με την ένταση και έκταση που τα βιώνει. Ένα περιβάλλον χωρίς υποδείξεις για το πώς ακριβώς θα πρέπει να ξεπερασθεί, καθώς το πένθος είναι μια ξεχωριστή διεργασία για τον καθέναν από εμάς, ώστε το άτομο σταδιακά να καταφέρει να αποδεχτεί την απώλεια και να επανασυνδεθεί με τη ζωή.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει παρέχοντας ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να εκφραστεί, να επεξεργαστεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που χρειάζεται για να αντέξει την απώλεια, να νοηματοδοτήσει τη βιωματική του εμπειρία, να αποδεχθεί το γεγονός, να απενοχοποιήσει τη δημιουργία και τη χαρά και τελικά να συνεχίσει τη ζωή του.
